Βιογραφικό

Ο Ρόδης Ρούφος-Κανακάρης (1924-1972) ήταν λογοτέχνης και διπλωμάτης που έπαιξε σημαντικό ρόλο στον αντιδικτατορικό αγώνα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.
Πατέρας του ήταν ο βουλευτής και υπουργός Λουκάς Κανακάρης-Ρούφος και μητέρα του η Ελένη Παπαγεωργακοπούλου. Από την πλευρά του πατέρα του καταγόταν από παλιά οικογένεια πολιτικών της Πάτρας: ήταν εγγονός του Θάνου Κανακάρη-Ρούφου, δημάρχου Πατρέων και υπουργού, δισέγγονος του πρωθυπουργού και δημάρχου Μπενιζέλου Ρούφου, καθώς και του πολιτικού και ακαδημαϊκού Αριστομένη Προβελέγγιου.
Αποφοίτησε από τη Σχολή Μακρή (σημερινή Σχολή Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου) και στη συνέχεια σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Την περίοδο της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση στην Αθήνα ως μέλος της Ιεράς Ταξιαρχίας και της οργάνωσης Ρ.Α.Ν. (Ρωμυλία-Αυλών-Νήσοι) και το 1944 ως μέλος του Ιερού Λόχου των φοιτητών, κοντά στον στρατιωτικό Ναπολέοντα Ζέρβα του Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου (ΕΔΕΣ), ερχόμενος σε σύγκρουση με τα μέλη της Ενιαίας Πανελλαδικής Οργάνωσης Νέων (ΕΠΟΝ) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Υπήρξε στενός φίλος του Κίτσου Μαλτέζου, η δολοφονία του οποίου τον σημάδεψε τόσο ώστε του αφιέρωσε το πρώτο βιβλίο (Η Ρίζα του Μύθου, 1954) της τριλογίας του Το Χρονικό μιας Σταυροφορίας. Εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία για 2 χρόνια στο Ναυτικό 1946-1948) και έτσι δεν ενεπλάκη στον εμφύλιο. Το 1949 εισήλθε στο Διπλωματικό Σώμα, περνώντας πρώτος στις εξετάσεις. Υπηρέτησε στη Βιέννη (1952-1954) ως Γ’ Γραμματέας, στη Λευκωσία (1954-1956) ως Υποπρόξενος και ως Σύμβουλος Πρεσβείας και στο Παρίσι (1960-1964) ως Σύμβουλος Πρεσβείας.
Στη διάρκεια της παραμονής του στην Κύπρο, βοήθησε, με την έμπρακτη στήριξη της συζύγου του Αριέττας, τον αγώνα της ΕΟΚΑ. Συνεργάστηκε τόσο με τον Γεώργιο Γρίβα-Διγενή (1955-1956), με τον οποίο διατηρούσε αλληλογραφία, διευκολύνοντας τον πολεμικό αγώνα του, όσο και με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, με τον οποίο συνεργάστηκε εντατικά κατά τις διαπραγματεύσεις με τον κυβερνήτη της Κύπρου, σερ Τζων Χάρντινγκ, και βοήθησε στις επαφές του με την επίσημη ελληνική και αγγλική διπλωματία. Έτσι, την περίοδο από το 1954 έως τουλάχιστον τις αρχές του 1960, ο Ρούφος συμμετείχε ενεργά στη διπλωματική, την πολιτική και τη στρατιωτική οργάνωση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της Κύπρου που βρισκόταν σε εξέλιξη.
Το 1961, κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Παρίσι, γράφτηκε στη Σορβόννη για εκπόνηση διδακτορικής διατριβής στην αρχαία ιστορία με θέμα την εξέγερση των Αθηναίων εναντίον των Ρωμαίων κατά τα έτη 88-86 π.Χ., την οποία δεν ολοκλήρωσε εξαιτίας της κατοπινής μετάθεσής του το 1964. Ως τον Απρίλιο του 1967 υπηρέτησε στην κεντρική υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών, ως Σύμβουλος Πρεσβείας Α’.
Με τον ερχομό της χούντας, αρνήθηκε να υπηρετήσει το καθεστώς, εισηγούμενος πρώτα χωρίς επιτυχία στους συναδέλφους του να παραιτηθούν ομαδικά. Αποφάσισε να μεταβεί στο εξωτερικό για λίγους μήνες (Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 1967) στη Βιέννη και στο Παρίσι. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, του απαγορεύτηκε η έξοδος από τη χώρα. Μετά από δύο οικειοθελείς εξαμηνιαίες τοποθετήσεις σε διαθεσιμότητα και μία τρίμηνη προσωρινή απόλυση από την υπηρεσία του, απολύθηκε τελικά από το ΥΠΕΞ το 1969, χωρίς να δικαιούται σύνταξης. Συστηματική υπήρξε από την πρώτη ημέρα η αντίδραση του στο απριλιανό καθεστώς, με αποκορύφωμα τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έπαιξε στην ίδρυση της Εταιρίας Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων (ΕΜΕΠ) και την παρουσία του σε όλες τις εκδηλώσεις της μέχρι τον θάνατό του. Εξίσου σημαντικές υπήρξαν και οι παρακάτω αντιστασιακές του δράσεις :
α) Η πρωτοβουλία του, μετά από προτροπή της συγγραφέως Καίης Τσιτσέλη, να διαμαρτυρηθούν για την αυθαίρετη δημοσίευση στις εφημερίδες ανθολογίας κειμένων που είχε επιμεληθεί ο Ρένος Αποστολίδης, χωρίς την άδεια των ίδιων των συγγραφέων, οι οποίοι είχαν αποφασίσει να τηρήσουν στάση σιωπής μη δημοσιεύοντας τίποτα, ως αντίδραση στο καθεστώς και τη λογοκρισία που εφάρμοζε (Απρίλιος 1969).
β) Η συγγραφική του δράση στο εξωτερικό, επιδιώκοντας να επηρεάσει τη διεθνή κοινή γνώμη γράφοντας άρθρα, δίνοντας συνεντεύξεις και δημοσιεύοντας στα γαλλικά το βιβλίο με τίτλο Verité sur la Grèce (La Cite, Λωζάνη Ιούνιος 1970), το οποίο μεταφράστηκε αργότερα στα αγγλικά από τον Richard Clogg, με τίτλο Inside the Colonels’ Greece, με το ψευδώνυμο Athenian για την αγγλική έκδοση και με το ψευδώνυμο Anonymous για την αμερικανική έκδοση (W.W. Norton, Ν. Υόρκη 1972). Το βιβλίο γράφτηκε ύστερα από σχετικό αίτημα του γαλλόφωνου Βέλγου δικηγόρου και συγγραφέα Pierre Mertens και με προτροπή της Marie-Emma Νοταρά προς τον Ρούφο. Η αγγλική κριτική το χαρακτήρισε ως το καλύτερο ντοκουμέντο σχετικά με τη δικτατορία και έτσι εξασφάλισε ευρύτατη κυκλοφορία. Επίσης συμμετείχε στον συλλογικό τόμο Greece under military rule, που κυκλοφόρησε αρχικά το 1972 στα αγγλικά και το 1976 στα ελληνικά, με το κεφάλαιο “Η κουλτούρα και οι στρατιωτικοί”.
γ) Ο ενεργός του ρόλος και η συμβολή του στην έκδοση του ιστορικού τόμου των Δεκαοχτώ Κειμένων (Ιούλιος 1970), που μεταφράστηκε στα αγγλικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά και αποτέλεσε τον τρόπο έκφρασης μιας τάσης στο χώρο των διανοουμένων για μια ευρύτερη μεταπολιτευτική συμφιλίωση εκείνη την εποχή. Επίσης, συμμετείχε με κείμενα στις επόμενες εκδόσεις Νέα Κείμενα 1 (1971) και Νέα Κείμενα 2 (1972).
Για την αγωνιστική του στάση και τη συμβολή του στον αντιδικτατορικό αγώνα η ελληνική πολιτεία τον τίμησε μετά τον θάνατό του με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Φοίνικος (1975), ενώ το 2000 δόθηκε το όνομά του σε έναν όροφο του Υπουργείου Εξωτερικών.
Ο Ρούφος υπήρξε σημαντικός συγγραφέας της μεταπολεμικής λογοτεχνίας καθώς και μεταφραστής, εγκάρδιος δε φίλος του επίσης λογοτέχνη Θεόφιλου Φραγκόπουλου, με τον οποίο και αντάλλασσαν πλούσια αλληλογραφία. Αρχικά υπέγραφε τα έργα του με το ψευδώνυμο Ρόδης Προβελέγγιος από το όνομα της γιαγιάς του που ήταν αδερφή του ποιητή Αριστομένη Προβελέγγιου. Στην ελληνική πεζογραφία εμφανίζεται στα μέσα της δεκαετίας του ΄50 με την τριλογία Το Χρονικό μιας Σταυροφορίας, ενός έργου σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικού, που έχει ως θέμα του τα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης (1954-1958) με τη μορφή ενός «χρονικού». Το πρώτο μυθιστόρημα της τριλογίας με τον τίτλο Η Ρίζα του Μύθου εκδίδεται το 1954 και είναι εμπνευσμένο από τα φοιτητικά χρόνια του συγγραφέα. Το δεύτερο μέρος με τίτλο Πορεία στο Σκοτάδι, που εκδίδεται το 1955, και το τρίτο μέρος, Η Άλλη Όχθη, που εκδίδεται το 1958, διακατέχονται από μία συμφιλιωτική διάθεση και γι’ αυτό άλλωστε η Πορεία στο Σκοτάδι αφιερώνεται «στους τίμιους αγωνιστές…συντρόφους ή αντιπάλους». Ακολούθησε το μυθιστόρημα, Η Χάλκινη Εποχή το 1960 που εκδίδεται στο Λονδίνο γραμμένο από τον ίδιο τον συγγραφέα πρώτα στα αγγλικά με τον τίτλο The Age of Bronze (εκδόσεις Heinemann) και λίγο αργότερα, σε μετάφραση του ίδιου, το έργο εκδίδεται και στην Ελλάδα. Η Χάλκινη Εποχή περιγράφει την πάλη των Ελλήνων της Κύπρου κατά της αγγλικής αποικιοκρατίας και γράφτηκε εν μέρει ως απάντηση στα όσα αναφέρει ο Λόρενς Ντάρελ στο βιβλίο του Bitter Lemons (ελληνική μετάφραση: Πικρολέμονα) ο οποίος επεδίωκε να δικαιώσει την πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας στην Κύπρο. Περισσότερο ολοκληρωμένο λογοτεχνικά θεωρείται το ιστορικό μυθιστόρημα Οι Γραικύλοι (1967), βασισμένο στην έρευνα που είχε κάνει για τη διατριβή του στη Σορβόννη και η οποία δεν είχε ολοκληρωθεί λόγω της ανάκλησης του από την ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι. Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση, το δοκίμιο, το διήγημα και την ποίηση. Το 1971 εκδίδεται ένας τόμος δοκιμίων με τίτλο Οι Μεταμορφώσεις του Αλάριχου. Το δοκίμιο με τον ίδιο τίτλο είχε δημοσιευτεί αρχικά το 1963 στο πρώτο τεύχος του περιοδικού “Εποχές”, που εξέδιδε ο Χρήστος Λαμπράκης, και στο οποίο μιλάει συμβολικά μέσα από την ιστορική μορφή του Αλάριχου για τη διαχρονική πάλη επικράτησης ανάμεσα στον πολιτισμό και τη βαρβαρότητα. Μετέφρασε ακόμα από τα αρχαία ελληνικά τα Ελληνικά του Ξενοφώντα και το μυθιστόρημα του Λόγγου Δάφνης και Χλόη, που κυκλοφόρησε το 1970 σε μία πολυτελή έκδοση με εικονογράφηση του Χατζηκυριάκου-Γκίκα. Πολλά επίσης κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά όπως “Νέα Εστία”, “Κυπριακά Γράμματα”, “Η Συνέχεια” και “Εποχές”. Η συγγραφική του δραστηριότητα τιμήθηκε με το Βραβείο Ουράνη το 1956 για το μυθιστόρημα του Πορεία στο σκοτάδι και με το Β’ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για την Άλλη Όχθη. Επίσης, μετά το θάνατό του εκδόθηκε ανθολογία κειμένων του με τίτλο Επιλογή (1973).
Κύριο χαρακτηριστικό της γραφής του Ρούφου είναι η διαχρονική του ανάγκη να συμβάλει μέσα από τα έργα του στην εθνική αυτογνωσία, στη διατήρηση και την αναζωογόνηση της ιστορικής μνήμης αλλά και στην προώθηση αλλαγών που να εναρμονίζονται με φιλελεύθερες αρχές και αξίες στο όνομα του ανθρωπισμού και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου.
Απεβίωσε στις 12 Οκτωβρίου του 1972 σε ηλικία 48 ετών. Με τη σύζυγό του Αριέττα Ρούφου απέκτησε δύο παιδιά, τον Λουκά και τον Θάνο. Μετά τον πρόωρο θάνατό του, και μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, το 1976, ξεκίνησε τη λειτουργία του το κοινωφελές Ίδρυμα Ρόδη Ρούφου-Κανακάρη, το οποίο δίνει μέχρι σήμερα υποτροφίες σε φοιτητές, σύμφωνα με την επιθυμία που είχε διατυπώσει ο ίδιος στη διαθήκη του για την ενίσχυση σπουδών και μελετών που σχετίζονται με την προστασία των ελευθεριών και των δικαιωμάτων του ανθρώπου.